Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

9- Ψαράδες και οι τρείς (Μπούκαρη)

  Σελήνη 98% στο άδειασμα. Προγνωστικά: Καλή ημέρα

    Όχι πως έκλεισαν οι λογαριασμοί μας με τα "ψαροτόπια" της πόλης αλλά όπως και να το κάνουμε άλλη γλύκα έχει να κάνεις ένα ταξίδι για να ψαρέψεις. Ομόφωνη απόφαση για κάπου μακρυά. Για ξεκάρφωτο μέρος ούτε λόγος, το ηθικό της ομάδας πρέπει να μείνει ψηλά, έστω για μία-δύο εξορμήσεις ακόμη. Να αποκτήσουμε ξανά το κουράγιο για τα επόμενα στραπατσαρίσματα.
   Πρώτη στάση δολωματάδικο, γενναία κατάθεση στο ταμείο τους με φαραώ, 5 τσουτσούνια, ακροβάτη, λίγα καραβιδάκια και κάμποσα αγκίστρια, βαρίδια, πολυάγκιστρα και χημικά φωτάκια. Δεύτερη στάση μάρκετ, εγώ να ψάχνω φούσκες και αυτοί να μην έχουν.Εν τέλει τη βόλεψα με πλαστικά γάντια μιάς χρήσης, είχα πατέντα κατά νού...
   Πήραμε το δρόμο για το Μπούκαρη, αυτό το μέρος ακόμη και στα χειρότερά του θα μας δώσει έστω ένα τράβηγμα σε κουδουνάκι, έστω ένα καλό ψαράκι. Θαρρώ πως ποτέ δεν μαραθήκαμε εκεί, όχι τόσο όσο σε άλλα μέρη τουλάχιστον. Η μέρα ηλιόλουστη με ένα ελαφρό ΝΔ αεράκι. Κόσμος στις παραλίες, τουρίστες σχεδόν παντού...καλοκαίρι. Στο δρόμο αποβάλλαμε το άγχος και την κακή ενέργεια με λίγες φωνές...να φτάσουμε εξαγνισμένοι.
   Όπως φτάναμε διακρίναμε μία φιγούρα στην άκρη του μώλου, έχει γούστο... βρε έχει γούστο να ψαρεύει κάποιος. Με μιά προσεκτικότερη ματιά έγιναν δύο οι φιγούρες και η μία είχε και σπαστό πολυθρονάκι (ψαρέματος). Μας έπιασε ένα σχετικό άγχος, φτάσαμε ως εδώ για να φάμε τέτοια τάπα;
   Πλησιάσαμε και είδαμε ένα ζευγάρι εξηντάρηδων να ψαρεύουν με καρούλια.  Καλά κάνουν οι ανθρώποι, άλλωστε ήρθαν εδώ πριν από εμάς. Με βαριά καρδιά πιάσαμε να στήνουμε αφού αυτοί έπιασαν την άκρη του μώλου.Έλα που όμως θέλαμε τα πόστα μας, ο Γιωργάκης να ρίξει ευθεία, ο Γιώργης στα βαθιά και εγώ πιό πίσω. Μόνο το δικό μου πόστο ήταν ελεύθερο και εκεί καθήσαμε για αρχή έχοντας βαθιά την ελπίδα οτι θα αποχωρήσουν πριν το σούρουπο. Ο ήλιος έκαιγε, σαν κάτι να μας έλεγε πως πλέον πρέπει να ξεκινάμε αργότερα, καλοκαίριασε.
   Η κυρία αραχτή στην πολυθρονίτσα ψάρευε με δύο καρούλια δολώνοντας γαρίδα, μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας συνεχώς στον συμπαθέστατο και πολύ ήπιο σύζυγό της που είχε ρίξει δύο πολυάγκιστρα με ψώμι και έκανε βόλτες στο μώλο επιστρέφοντας πότε-πότε να βοηθήσει όποτε άκουγε τα μουρμουρητά της. Θεωρήσαμε κομματάκι άσκοπο να σφάξουμε το φαραώ και τα τσουτσούνια μέσα στο καταμεσήμερο, απ'ότι φαινόταν δε τσιμπούσε και ιδιαίτερα. Οι δύο Γιώργηδες έφτιαξαν αρματωσιές και με ακροβάτη βάλθηκαν να βγάλουν κάνα γύλο η καμιά πέρκα. Εγώ επικεντρώθηκα στην πατέντα...
   Ζωντανό ψαράκι δεν είχαμε ώστε να δολώσουμε για κάποιο μεγάλο. Σε αρματωσιές με λεπτό συρματόσχοινο έβαλα δύο σαρδέλες, τη μία χωρίς κεφάλι ώστε να αρωματίζει απο όπου περνά. Το αεράκι φυσούσε απο πίσω μας προς τα βαθιά...αυτό που χρειαζόμαστε. Πήρα λοιπόν το γάντι, κι αφού το φούσκωσα το έδεσα πάνω στην πετονιά μου,  αφήνοντας τις σαρδέλες να κρέμονται περίπου στις δύο οργιές βάθος. Το αμόλυσα στη θάλασσα, έβαλα το καρούλι μέσα σε έναν κουβά με νερό και καθόμουν και το χάζευα ενώ ξεμάκραινε. 

Και ξεμακραίνει...
Σχεδόν χάνεται...
   


Ο αέρας έκανε καλά τη δουλειά του, τραβούσε λες και είχαμε ζωντανό ψαράκι επάνω. Κάπου στα 100 μέτρα απο την ακτή το σταμάτησα κοντράροντας την πετονιά πάνω σε ένα κουδουνάκι, ώστε αν τραβήξει κάτι να ακούστει. Το μόνο ζήτημα είναι μην περάσει καμία βάρκα, πίασει την πετονιά και την κάνει κουβάρι.




   Η ώρα περνούσε και η συμπαθέστατη κυρία δεν έλεγε να ξεκουνηθεί απο την άκρη του μώλου.Κοιτάζαμε και ξανακοιτάζαμε το βαζάκι με τις γαρίδες που έδειχναν να έχουν τελειώσει. Είχαν τελειώσει και η αθεόφοβη δόλωνε κομμάτια απο ένα μικρόψαρο που είχε πιάσει νωρίτερα. Ο σύζυγός της την παρακινούσε να φύγουν να πάνε να πιούν κάνα τσιπουράκι με μεζέ κι εκείνη του ζάλιζε το κεφάλι επειδή της αγόρασε αρματωσιές με τρία αγκίστρια κι όχι με δύο, ο δόλιος να προσπαθεί να της εξηγήσει οτι έχουν την ίδια τιμή και θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα και ένα παράμαλο καβάτζα αν κόψει το μεσαίο κι εκείνη να λέει "ναι όμως είναι δική μου η πετονιά και θα ψαρέψω όπως θέλω εγώ". Σίγουρα εκείνος έχει αναπτύξει κάποια ανοσία στο μουρμουρητό, εμείς πάθαμε ναυτία. Πιάσαμε να συζητάμε με τον συμπαθή σύζυγο, μα τι καλοκάγαθος, τι ευγενής, τι χαμογελαστός, τι φιλικός...άνθρωπος. Σε κάποια σημεία πετιόταν και η κυρία και μας έλεγε πως είχε πάει εκδρομή  στην Κεφαλλονιά και ψάρευε με τηγανητό καλαμάρι, την κορόιδευαν οι πάντες κι έπειτα όταν αυτή γύρισε με πέντε μεγάλα ψάρια την παρακαλούσαν όλοι να τα ψήσουν στην ταβέρνα κι εκείνη τα έκανε πακέτο και τα έστειλε στην εγγονή της...!!!
   Το πιό ενδιαφέρον που ακούσαμε ήταν οτι πριν κάποιες μέρες ψαρεύοντας σε ένα λιμανάκι παρακάτω, ένα λιμανάκι που εμείς είχαμε σνομπάρει επειδή ήταν ρηχά, το λιμανάκι του Άη-Νικόλα... η κυρία έφερνε μία τσιπούρα του κιλού και την έχασε όταν ξαγκιστρώθηκε κάτω απο το μώλο. Άλλη φορά να μη σνομπάρουμε τις ρηχοτοπιές. 
   Η πετονιά με το μπαλόνι είχε τραβήξει πορεία προς τα αριστερά, καλύπτονας ανοικτά όλο το μήκος του μώλου, το αεράκι είχε κόψει πλεόν ήταν θέμα ρευμάτων. Η κυρία δεν ήθελε να ξεκουνηθεί κι ο Γιώργης άρχισε να γαβγίζει σε μένα..." έπιασες όλο το μώλο με τη μαλακία, όπου και να ρίξω θα πέσω πάνω στην πετονιά". Άδικο δεν είχε και με το φόβο οτι η κυρία θα επιμείνει άρχισα να μαζεύω, τι τό'θελα; Στο δεκάλεπτο αφού το έβγαλα ο σύζυγος την έπεισε να πάνε για τσιπουράκι και να μας αφήσουν να καταλάβουμε επιτέλους τα πόστα μας. Εν τω μεταξύ όσο τα πολυάγκιστρα του κυρίου ήταν μέσα δεν τα άγγιξε τίποτα. Όταν τα ξεδόλωσε και έριξε το ψωμί έκαναν γλέντι οι κέφαλοι απο κάτω.
   Είχε πιάσει να σουρουπώνει όταν ρίξαμε. Πρώτη κρούση σε ένα καλάμι που έριξα εσωτερικά του λιμανιού, ένα μικροσκοπικό μουρμουράκι που θέλησα να το δολώσω ζωντανό. Βέβαια ο αέρας είχε αλλάξει κάπως και άν το μουρμουράκι παρασυρόταν θα μας τα έκανε όλα κουβάρι...το άφησα να πάει να μεγαλώσει.
   Δεύτερη κρούση πάνω στο σούρουπο, πολυάγκιστρο με ψωμί, ερχόταν σχετικά εύκολα...ένας ωραίος κέφαλος. Στα άλλα δολώματα ησυχία.
Επικράτησε αρκετά η γαλήνη.Θα είχε πάει 22.30 όταν άρχισε δειλά-δειλά να κουνιέται ένα κουδούνι του Γιωργάκη. Πιάνει να φέρει, αρχίζει με το κλασικό αμίλητο στυλ του, ρε κάτι φέρνει τούτος, κάτι φέρνει. "Απόχη, φέρτε απόχη γρήγορα!" ποντάραμε οτι θά'ναι κάνας σηκιός αφού εκεί έχει ρέντα το παιδί. Ένας μούρμουρας σπαθάτος, λυγερός και κοτσωνάτος, στο τσουτσούνι. Κλασικές κινήσεις, αλλαγή δολωμάτων και εγρήγορση. Μετά από λίγο χτύπημα σε ένα δικό μου ριγμένο μέσα. Ένα μικρό δρογκάκι ζήλεψε το τσουτσούνι πήρε το δρόμο για τη μαμά του, τράβα να μεγαλώσεις και όταν θεριέψεις έλα να φας καμιά σαρδέλα κι απο εμάς. Λίγη ώρα μετά κι άλλη κρούση στο μέσα καλάμι, κάτι τράβηξε αποφασισμένο. Αρπάζω το καλάμι, βάρoς δεν είχε αλλά έκανε σαματά, πολύ σαματά...το έχω ξαναδεί το έργο. Νά'σου μιά τσιπουρίτσα όλο ζόρι. Τράβα κι εσύ να μεγαλώσεις να γίνεις αξιοζήλευτη, κι αν μας θυμηθείς έλα να τσιμπήσεις τότε.Υπήρχε δραστηριότητα και το απέδειξε άλλο ένα δειλό τσίμπημα σε καλάμι του Γιωργάκη σήκωνει και φέρνει άλλον ένα μούρμουρα μικρότερο απ'τον πρώτο.Ρε τον μπαγάσα βρίσκει τις φωλιές τους. Θα μας κάνει κάνα σκηνικό όπως με τους σηκιούς της περασμένης φοράς...
Ανατολή φεγγαριού

  
   Η ώρα κυλούσε ήρεμα, ο Γιώργης βυθισμένος σε περισυλλογή, εγώ με το Γιωργάκη να κουτσομπολεύουμε και να έχουμε πεθάνει στα γέλια. Έχει το γούστο του το κουτσομπολιό. Ανατολή φεγγαριού, που θα πάει κάτι θα χτυπήσει και σε τούτη εδώ την ώρα. Ένα ωραίο τραβηγματάκι στο εσωτερικό καλάμι, τα ψάρια έδειχναν προτίμηση στο τσουτσούνι. Τράβηξα δεν είχα τίποτε πάνω. Καμιά σαματατζού τσιπουρίτσα θα ήταν, δε βαριέσαι. Τράβηγμα σε καλάμι του Γιώργη, "απόχη απόχη γρήγορα", έτρεξα εγώ με την απόχη στα βράχια και ο Γιωργάκης να προσπαθεί μέσα στα μαύρα σκοτάδια να βιντεοσκοπήσει...δυστυχώς το ψάρι του Γιώργη χάθηκε κάπου μέσα στα φύκια, πρέπει να ήταν κάτι ωραίο. Κάτι καλό τριγυρίζει εκεί έξω. Σε κάποια φάση ένα τράβηγμα στο μέσα καλάμι μου....πιάνω, καρφώνω και αρχίζω να φέρνω, ένιωθα σπαρτάρισμα, βάρος, αντίσταση...μα ξέρω κι εγώ τι ένιωθα, έλεγα έχω ψάρι και είχα ένα φύλλο από ένα φοινικοειδές, τσάμπα ο Γιωργάκης καραδοκούσε με το φακό και την απόχη να το βρεί πριν πάει σε κάνα σχοινί απο τις βάρκες. Δέχτηκα αδιαμαρτύρητα και ντροπιασμένος όλα τα σχόλια...μα να μου δώσει το φύλλο τέτοια μάχη;...Καλύτερο κι απο ψάρι ήταν.
   Τρώγαμε το τσουρέκι και πίναμε καφέ κουτσομπολεύοντας όταν κάτι τράβηξε στο έξω καλάμι μου, περίμενα για επόμενο σινιάλο, έκανε μία μικρή κίνηση. Έπιασα κάρφωσα και μετά απο φασαριόζικη μάχη και αρκετό μπλέξιμο μέσα στις φυκιάδες έφερα έξω έναν σαργό που είχε μπουκώσει ένα ωραίο κομμάτι φαραώ. Βρε καλώς τον μας. Η ψαριά ήταν όμορφη ώς ώρας μα κάτι έλειπε.
   Τράβηγμα καλό στο έξω καλάμι του Γιώργη, κάρφωσε και το είχε πάνω. Έπαιρνε κεφάλια έπαιρνε και φρένα. Σκάλωνε μέσα στις φυκιάδες και υπήρχε ο φόβος οτι θα χαθεί. Τρεμούλα και ταχυπαλμία έπιασε το Γιώργη μας, έχει και τόσο καιρό να νιώσει ψάρι. Τελική ευθεία, αφού το γλύτωσε απο τις φυκιάδες έμελε να το δούμε. Μιά ωραία τσιπουρίτσα ήρθε και ξάπλωσε στην απόχη. Όπως την βγάλαμε απο την απόχη πήρε απόφαση να ξαγκιστρωθεί... ε ρε Γιώργη μου τύχη που την είχες, λίγο ακόμα και θα την έχανες. Επιτέλους χαμογέλασε κι ο Γιώργης, τον είχε πιάσει τρεμούλα το δόλιο, είχε ξεχάσει πως κάνει το ψάρι όταν αγκιστρώθει, είχε ξεχάσει τη μάχη.
   Ακολουθεί κλασική αλλαγή δολωμάτων και ο κωλόφαρδος...ο Γιωργάκης ποιός άλλος, τσίμπησε στο δρόμο ένα μελανούρι απο το μάτι. Για τεχνική να μιλήσουμε; Όχι....καθαρή μα πεντακάθαρη κωλοφαρδία. Αν σε πάει, σε πάει τι να λέμε τώρα.
   Έβαλα κι εγώ ένα φλότακι μπας και υπάρχει κοπάδι. Το μελανούρι πιάστηκε μάλλον πάνω στο ζευγάρωμα αφού όπως το κρατούσε πιτσιλούσε ένα λευκό υγρό απο μέσα του. Α ρε Γιωργάκη άπονε, δεν το άφησες ούτε καν να κάνει "τη δουλεία" του. Για φαντάσου εκεί που είσαι επί της πράξης και γουστάρεις να σε τσιμπάει κάτι και να σε τραβάει μακρυά. Άτυχο ψάρι.
   Ήταν αργά και τα δολώματα είχαν τελειώσει, έμενε να πάρουμε την απόφαση να μαζέψουμε. Έκανα μία προσευχή στην αφεντιά της και παρακάλεσα για ένα ακόμη ψάρι, δε φαινόταν να υπάρχει κίνηση. Αρχίσαμε να μαζεύουμε όταν στο ένα απο τα έξω καλάμια μου ένιωσα βάρος και σπαρτάρισμα. Με κόπο και ζόρι έφερα μέσα απο τις φυκιάδες ένα ακόμα σαργουδάκι. "Έπιασαν οι προσευχές ρεεεεε!!!" άρχισα να φωνάζω. Πιάνω και το δεύτερο έξω καλάμι και σαν κάτι να είχε κι αυτό, μα είναι οι έρημες φυκιάδες που δε σε αφήνουν να πάρεις χαμπάρι αν όντως συμβαίνει ή έχεις παραισθήσεις, και τι να μιλήσω και τι να ομολογήσω, νωρίτερα έδινα μάχη με ένα φύλλο! Εν τέλει δεν ήταν τίποτε αν και διατηρώ τις αμφιβολίες μου καθώς ο φαραώ ήταν κομμένος στα δύο και ήταν κομμάτι απο το σβέρκο του, σκληρό ωσάν μπριζόλα...κόβεται μόνο του;
Όλοι χαρούμενοι ετούτη τη φορά

   Μαζέψαμε και πήραμε χαρούμενοι το δρόμο της επιστροφής, τον ατελείωτο δρόμο της επιστροφής με τις στρόφες και τις βρωμολακκούβες. Καθόμουν στο πίσω κάθισμα και υπέφερα...κάθε στιγμή με έφερνε κοντά στο άδειασμα. Ευτυχώς άντεξα κι ας έφτασα τρεκλίζοντας απ'τη ζαλάδα στο σπίτι μου.
   Μα και σαρανταπέντε μέρη με ψάρια να είχαμε πάλι στην αναζήτηση θα ήμασταν. Δεν έχει νόημα να ξεπατώσεις ένα σημείο που φέρεται γεναιόδωρα. Το νόημα είναι να είσαι σε διαρκή αναζήτηση, να υπάρχει τριβή κι ας τρως τα μούτρα σου. Να αναθεωρείς και να ψάχνεσαι. Τότε αποκτά νόημα η νίκη...όταν έχεις γνωρίσει την ήττα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου