Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

13- Η εκστρατεία...(Λιμνί)

Σελήνη 44% στο γέμισμα.  Προγνωστικά: Μέτρια ημέρα

   "Βρες μέρος" έλεγε και ξανάλεγε ο αθεόφοβος ο Γιώργης, μα πού να το βρω κι εγώ να το γεννήσω;

Αφού τα έχουμε γυρίσει όλα. Όποιο μέρος έχω σκεφτεί ότι κάνει γιά ψάρεμα το έχω πεί προ πολλού. Βέβαια υπάρχουν και παραλίες στις οποίες δε θα τολμουσαμε να πάμε επειδή χρειάζονται περπάτημα καί εμείς κουβαλάμε ένα ολάκερο νοικοκυριό κάθε φορά. Μία από αυτές είναι το Λιμνί...και το διάλεξα.
   Κάναμε τα απαραίτητα ψώνια όπως κάθε Δευτέρα και πιάσαμε πορεία για τον προορισμό μας. Ορεξάτοι όλοι, είχαμε να πάμε δύο εβδομάδες και όσο νά'ναι μας έλειπε η εκτόνωσή μας. Είναι μιά διαφυγή και αυτό, ξαναγινόμαστε πιτσιρίκια, καθένας το μακρύ καί το κοντό του. Στο μίνι μάρκετ του χωριού μιά συμπαθής κυρία μας συμβούλεψε να ακολουθήσουμε το μονοπάτι πού περνά μέσα από τη βίλα. Πήραμε το δρόμο πού περνά μέσα από ελαιώνες μα δε βλέπαμε την κατηφόρα πού θυμόμουν. Συναντήσαμε ένα γεροντάκι να περπατά το χωματόδρομο και πιάσαμε να τον ρωτήσουμε, μετά βίας ακούγαμε τη φώνη και με πιό πολύ ζόρι ερμηνεύσαμε το χρησμό του. Βρήκαμε την κατηφόρα και παρκάραμε. Είχαμε μονοπάτι να διανύσουμε οπότε φορτωθήκαμε σαν τα μουλάρια και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε. Περάσαμε το κίτρινο πορτόνι και μπήκαμε στο χώρο της βίλας, διανύσαμε την αυλή της βίλας και συνεχίσαμε να διαβαίνουμε το δάσος. Μας είχαν πιάσει τα γέλια επείδη είχαμε γίνει μούσκεμα από τον ιδρώτα αλλά και επειδή όλο αυτό θα έπρεπε να το ανεβούμε φορτωμένοι ξανά μέσα στη νύχτα. Συναντήσαμε σκαλάκια και άρχισαν να ακούγονται πλατσουρίσματα και ομιλίες. Φτάναμε σε παραλία αλλά κάτι δε μού καθόταν, σίγουρα δεν ήταν η παραλία πού θυμόμουν. Συνεχίσαμε να κατεβαίνουμε και είδαμε κόσμο να έχει γεμίσει τη μικρή παραλία πού καμία σχέση δεν είχε με το Λιμνί.
Ζούγκλα...
   Δεν έφτανε όλο αυτό ο Γιωργάκης εντόπισε και γνωστούς. Τέλεια, θα μας δούνε να κατεβαίνουμε με όλο το κακό και θα βάλουν τα γέλια με το δίκιο τούς. Από την άλλη τα είπαμε, είναι κλειστός ο κύκλος, είναι γιά λίγους και καλούς αυτή η δοκιμασία. Πιάσαμε να κάνουμε συνέλευση, εγώ να μη μπορώ να καταλάβω γιά ποιό λόγο δε βγήκαμε στην παραλία που έλεγα και έτου΄τη η παραλία να μην προσφέρεται, δε φτάνει πού ήταν μικρή ήταν και γεμάτη κόσμο.
   Πήραμε το δρόμο της επιστροφής, αρχικά γιά το αυτοκίνητο και μετά θα βλέπαμε. Αποκαρδιωτικό να τρως χαστούκι μα το καλημέρα, όμως το κουράγιο μας δε χάθηκε, γελούσαμε με τα χάλια μας. Τηλεφώνησα σε ένα φίλο πού κατέχει τα μονοπάτια καλύτερα. Τα λόγια του σαφή, " Αλλού είναι το Λιμνί, εσείς πρέπει να πάτε εκεί πού υπάρχει μία μικρή ταμπέλα στερεωμένη πάνω σε μία ελιά, από εκεί ξεκινά το μονοπάτι. Θα περπατήσετε τον ελαιώνα θα το δείτε".
Η αρχή του σωστού μονοπατιού


Ομόφωνα αποφασίσαμε να περπατήσουμε το σώστο μονοπάτι. Δε μας έφτανε αυτό πού ανεβοκατεβήκαμε.
   Πιάσαμε να περπατάμε μέσα σε έναν ελαιώνα σε ένα στενό μονοπατάκι, περάσαμε τον ελαιώνα και πιάσαμε να περπατάμε ανάμεσα από θάμνους...περάσαμε και την περιοχή με τούς θάμνους. Αρχίσαμε να περπατάμε σε δασωμένη πλαγιά κάτω από πυκνά κλαδιά."Πως θα ανεβούμε ρε παιδιά, μέσα στη νύχτα και φορτωμένοι, κι αν πιάσουμε και ψάρια τη βάψαμε διπλό το βάρος". Γελούσαμε με την πάρτη μας.
Εν τέλει βγήκαμε σε κάτι σκαλάκια τα οποία μας φανέρωσαν το πολυπόθητο Λιμνί. Αυτή την παραλία θυμόμουν με τη διπλή ακτή.
Το Λιμνί από την πίσω μεριά
   Κάτω μία παρέα ετοιμαζόταν να φύγει παίρνοντας μαζί τους δυό μεγάλες σακούλες με αχινούς, η μία γεμάτη μέχρι πάνω. Πού να βρεί η θάλασσα να δώσει γιά όλους, αν ο καθένας παίρνει για δέκα άτομα. Αν ήταν ο κόσμος πιό σωστός θα βγάζαμε κι εμείς κάνα ψαράκι πού βολοδέρνουμε από παραλία σε παραλία κάθε Δευτέρα και μας μένει μόνο η χαρά. Τι να λέμε τώρα, αυτά είναι ψιλά γράμματα γιά κάποιους κι ας τα έχουμε έμεις γιά αυτονόητα. Είμαστε είδος πού φέρνει την καταστροφή παρά το οτι παινευόμαστε πως έχουμε μυαλό σε αντίθεση με τα ζώα. Τέλος πάντων δεν είπαμε κουβέντα και ουσιαστικά δνε πολυασχοληθήκαμε μιάς και η παραλία περίμενε να την εξερευνήσουμε.
   Βάλαμε μάσκες και βουτήξαμε, είδαμε κάμποσα μελανουράκια και κάποιους συμπαθητικούς σαργούς, είδαμε ντροπαλούς σπάρους και κάποια άλλα ψάρια με κοιλιά...κάπως άσχημα για τα εκλεπτυσμένα
Η  κύρια παραλία
γούστα μας. Βγαίνοντας γιά να στεγνώσουμε βλέπουμε κεφάλια γνώριμα να κολυμπούν προς την ακτή μας, ήταν οι γνωστοί που εντοπίσαμε νωρίτερα στην άλλη παραλία. Ήρθαν, μας είπαν την καλησπέρα τους, θαύμασαν τον εξοπλισμό και το κουράγιο μας, τα είπαμε λίγο και μας χαιρέτισαν,
   Βάλθηκα να κάνω κάποιες ριξιές ώστε να υπολογίσω τις αποστάσεις πού φτάνουμε σε σχέση με αυτές πού κολυμπήσαμε. Η απαράμιλλη τεχνική μου έστειλε το βαρίδι ψηλά, πολύ ψηλά, σε ένα δέντρο στην πλαγιά. Στόλισε κι αυτό την εξόρμησή μας.
   Πιάσαμε να δένουμε με ηρεμία πρωτόγνωρη γιά τα δικά μας δεδομένα, δεν υπήρχε η αγωνία και η ανυπομονησία που μας διακατέχει κάθε φορά...είχε ενέργεια το μέρος. Ο φαραώ ετούτη τη φορά ήταν σωστο παληκάρι. Συνήθως πρέπει να φτάσεις μέχρι τη μέση γιά να βρείς ικανοποιητικό πάχος και πλάτος. Αυτος ήταν θεριό σε όλο του το μήκος.Έγιναν οι πρώτες ρίψεις και άρχισε η αναμονή.
Διπλαράκια, μονάγκιστρα στο βυθό και στα μεσόνερα είχαν ζώσει όλη την παραλία, ένα καλάμι είχε πέσει στην πίσω μεριά.
   Η ώρα περνούσε και τσίμπημα δεν υπήρχε. Μα τόσα μελανουράκια, μα τόσα σαργουδάκια μα εκείνα τα άσχημα με τις κοιλιές....τίποτα!
Δολώναμε και ξαναρίχναμε μα δεν υπήρχε κινητικότητα, ούτε κοντά ούτε μακρυά. Δε μαλαγρώσαμε αν και δε νομίζω πως θα άλλαζε κάτι. Η παραλία ήταν μικρή και υπήρχαν σε όλο το εύρος της περίπου δέκα δολώματα πού άλλαζαν κάθε 50 λεπτά με μία ώρα περίπου. Αν κυκλοφορούσε κάτι θα πλησίαζε και όσο νά'ναι ένα μαλάγρωμα γίνεται από τα τόσα δολώματα. Τόσα κομμάτια φαραώ και τσουτσούνι, δε μπορεί να περνούν απαρατήρητα.
   Ένα μικρό μουρμουράκι χτύπησε προσπαθώντας να χαλάσει την ησυχία μας, πού να βρέθηκε κι αυτό το κακομοίρικο τέτοια ώρα. Επικρατούσε φοβερή αψαρία ήταν σαν να κοιτάζουμε καρτ-ποστάλ, τίποτα δεν άλλαζε. Τα κουδουνάκια στη θέση τους. Άρχισα σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο να απαγγέλω καταστάσεις από τον  περίγυρό μας και να ψυχαγωγώ τους δύο ακροατές μου, τους Γιώργηδες. Θα πέρασε μία ακόμα ώρα με όλο αυτό και κουδούνι δεν κινήθηκε. Ωστόσο τα ντέματα ήταν πολλά τα μισά από τα εργαλεία κάθε φορά ήθελαν δέσιμο. Γεμίσαμε το βυθό σφηνωμένα αγκίστρια κι έτσι όπως θά'ναι σφηνωμένα θα πάνε με την ώρα τους τα μικρόψαρα και θα τα ξεγυμνώσουν απ'το δόλωμα, περιφρονόντας τα υπόλοιπα που μπορεί να έχουν πέσει παραδίπλα και καραδοκούν. Δε βαριέσαι, ας είναι κι έτσι.
Δέσε και ξαναδέσε...
   Πέρασε αρκέτη ώρα και δεν υπήρξε σημάδι ζωής. Η απόφαση του γυρισμού δύσκολη, αφού έπρεπε να ανεβούμε όλη την ανηφόρα φορτωμένοι και σχετικώς καταπονημένοι. Άλλη ψυχολογία έχει όταν κουβαλάς και δυό ψαράκια και άλλη όταν γυρνάς με άδεια χέρια.Αρχίσαμε να συμμαζεύουμε φορτωθήκαμε και πήραμε την ανηφοριά μέσα στα σκοτάδια. "Ξου-ξου-ξου" στο δρόμο μην τυχόν και έχει ξεμυτίσει κάνα φίδι γιά ρομαντζάδα. Τελικά ήταν πιό εύκολο το ανέβασμα, ίσως γιατί μας συντρόφευε η ηρεμία πιά και κάποιες σκέψεις στο κεφάλι του καθενός μας. Σωστή εκστρατεία η εξόρμηση ετούτη, ανεβοκατεβήκαμε πλαγιές και δώσαμε τη μάχη μας, καταλάβαμε το Λιμνί και στήσαμε το αρχηγείο μας, στήσαμε τις παγίδες μα δεν υπήρξε "πέρασμα". Κρίμα που ο φαραώ ήταν και καλός αυτή τη φορά...δε βρέθηκε κανείς να τον απολάυσει. Τουλάχιστον κάναμε καλό στο καρδιαγγειακό μας σύστημα με τόσο περπάτημα και ανεβοκατέβασμα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου